φλαύρος

φλαύρος
-α, -ον, Α
1. (για πράγμ.) α) ασήμαντος, μηδαμινός
β) πρόστυχος, κακός
γ) ανωφελής, άχρηστος
2. (για πρόσ.) α) ανάξιος ή ανίκανος για κάτι
β) φτωχός στην εμφάνιση
γ) ανήθικος, φαύλος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. επίθ. της ιων. και αττ. κυρίως διαλέκτου, το οποίο συνδέεται από διάφορους μελετητές με το αρχ. νορβ. blaudr «δειλός» και το αγγλοσαξ. blēad «δειλός», τα οποία, κατά μία άποψη, μπορούν να αναχθούν σε μια ΙΕ ρίζα *bhlēu- / *bhlәu- / *bhlū- «αδύναμος, άθλιος, ελεεινός». Στην περίπτωση αυτή, το -α- τού ελλ. τ., το οποίο γεννά μορφολογικά προβλήματα, θα μπορούσε ίσως να ερμηνευθεί από τη χρήση τού επιθ, στην καθημερινή γλώσσα τών Αρχαίων (πρβλ. σκάζω [Ι], σκάπτω). Ωστόσο, η άποψη αυτή παραμένει ανεπιβεβαίωτη, αφού άλλωστε και η μορφή τής ΙΕ ρίζας είναι τελείως υποθετική και δεν μπορεί να εξακριβωθεί. Το επίθ. φλαῦρος, τέλος, πρέπει να συνδεθεί με το σημασιολογικώς συγγενές φαῦλος (για τη σχέση αυτή και για τις απόψεις σχετικά με τον τρόπο σχηματισμού τών επιθ. βλ. λ. φαύλος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • φλαῦρος — petty masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φλαῦρον — φλαῦρος petty masc acc sg φλαῦρος petty neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φλαῦρα — φλαῦρος petty neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φλαῦραι — φλαῦρος petty fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φλαῦροι — φλαῦρος petty masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαύλος — η, ο / φαῡλος, αύλη, ον, ΝΜΑ, θηλ. και ος ΜΑ κακοήθης, ανήθικος, αχρείος (α. «συναναστρέφεται με όλους τους φαύλους» β. «διὰ τί οὖν τῶν ἀγαθῶν πατέρων πολλοὶ υἱεῑς φαῡλοι γίγνονται», Πλάτ.) νεοελλ. φρ. «φαύλος κύκλος» α) (λογ.) βλ. κύκλος β) μτφ …   Dictionary of Greek

  • φλαυρότερον — φλαῡρότερον , φλαῦρος petty adverbial comp φλαῡρότερον , φλαῦρος petty masc acc comp sg φλαῡρότερον , φλαῦρος petty neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φλαῦρ' — φλαῦρα , φλαῦρος petty neut nom/voc/acc pl φλαῦρε , φλαῦρος petty masc voc sg φλαῦραι , φλαῦρος petty fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φλαυροτέρας — φλαῡροτέρᾱς , φλαῦρος petty fem acc comp pl φλαῡροτέρᾱς , φλαῦρος petty fem gen comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φλαυρότατον — φλαῡρότατον , φλαῦρος petty masc acc superl sg φλαῡρότατον , φλαῦρος petty neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”